Η Ουρανία γεννήθηκε στην Πάτρα, στις αρχές του εικοστού αιώνα, έβδομη από οκτώ παιδιά. Κόρη μεσοαστικής οικογένειας, με γαλλικά και πιάνο. Την παντρέψανε στα δεκαπέντε της με έναν ευκατάστατο έμπορο, συνεργάτη του πατέρα της, που είχε τα διπλά της χρόνια. Πέντε παιδιά ήρθανε το ένα πίσω από το άλλο να σφραγίσουν το γαμήλιο συμβόλαιο.
Η Κατοχή τους βρήκε στην Αθήνα. Πείνα, κρύο, τα γνωστά. Η περιουσία εξανεμίστηκε, ξεπουλήθηκαν σχεδόν τα πάντα, μόνο το πιάνο γλύτωσε. Η μικρή κόρη της χάθηκε το χειμώνα του '41 από πλευρίτιδα. Τα άλλα, λιγότερο ασθενικά, άντεξαν.
Ήταν αυστηρή μάνα η Ουρανία. Πώς αλλιώς να τα κουλαντρίσει τόσα πιτσιρίκια; Αφού κι εκείνη παιδί ήταν ακόμα όταν τα έκανε. Έβαζε φωνή, συχνά πυκνά έπεφτε και κανένα σκαμπίλι. Ιδίως τα κορίτσια κοίταζε να τα έχει μαζεμένα, σεμνά, να γίνουνε νοικοκυρές, να μη γυρίζουν με τον έναν και με τον άλλον.
Ο μεγάλος γιος, η αδυναμία της, δεν έλεγε να στρώσει. Κλέφτηκε με την πρώτη του εξαδέλφη και τους κουκουλώσανε μάνι-μάνι, να μην έχει να λέει η γειτονιά. Εκείνη, η ευλογημένη, γεννοβολούσε το ένα παιδί μετά το άλλο, σαν κουνέλα. Κι εκείνος δεν έλεγε να στεριώσει σε δουλειά. Η μάνα κοίταζε να τον χαρτζιλικώνει πίσω από την πλάτη του πατέρα.
Ο δεύτερος θέλησε να σπουδάσει, μα δεν υπήρχαν χρήματα. Ένα οικόπεδο της Ουρανίας προικώο είχε πουληθεί για να στήσει ο μεγάλος μια επιχείρηση που έπεσε έξω στο χρόνο πάνω. Ο μικρός, πικραμένος, έφυγε για Αυστραλία. Τα γράμματα έρχονταν όλο και πιο αραιά. Τον έβλεπαν κάθε τέσσερα, πέντε χρόνια. Δεν πρόκοψε, μα δεν πήγε και χαμένος. Τα έβγαζε πέρα κουτσά στραβά.
Οι δυο κόρες παντρεύτηκαν, νοικοκυρεύτηκαν. Η μία έφυγε για επαρχία, ο γαμπρός ήταν από Καρδίτσα. Τους έστελναν κάθε Χριστούγεννα αρμαθιές λουκάνικα και φωτογραφίες με ροδομάγουλα μωρά. Η άλλη έμεινε Αθήνα. Έκανε δυο παιδιά και την κόρη την έβγαλε Ουρανία, το όνομα της μάνας της, παρά την αντίδραση του άντρα της, γιατί το όνομα ήτανε, λέει, κακόηχο και παλιομοδίτικο.
Με τα χρόνια η Ουρανία πάχυνε. Είχε από μικρή την τάση. Στην κατοχή είχε ρέψει, όλο το φαγητό πήγαινε στα παιδιά. Μετά όμως έβγαλε τα σπασμένα. Με τους καημούς και τα βάσανα δεν της έμενε άλλη παρηγοριά από το φαγητό. Ήτανε μερακλού στο φαγητό, της άρεσαν όλα τα παχιά, οι πέτσες απ' το κοτόπουλο, οι άκρες απ' τις μπριζόλες. Ήτανε και σπουδαία μαγείρισσα, όλοι το λέγανε. Ως κι ο γαμπρός της, που δεν την πολυχώνευε, προτιμούσε να τρώει από τα χέρια της παρά από τα χέρια της γυναίκας του. Παρά τα αρθριτικά της άνοιγε φύλλο με έναν παλιό ξύλινο πλάστη και το έκανε τσιγαρόχαρτο. Χτυπούσε τη μαρέγκα υπομονετικά ώσπου γινόταν σύννεφο. Έκοβε χυλοπίτες και τις άπλωνε να στεγνώσουν σε παλιά καθαρά σεντόνια ολόγυρα στο σπίτι. Έπλαθε κουλουράκια κάθε Πάσχα μαζί με τα εγγόνια της.
Τα μπράτσα της κρέμασαν, το στήθος έγινε μπαλκόνι, η κοιλιά ξεχείλωσε. Ήτανε και τα αρθριτικά και η φλεβίτιδα, όσο να πεις, και πέντε γέννες δεν είναι και λίγες. Είχε και ζάχαρο, και πέτρες στα νεφρά, τραβιότανε χρόνια με δαύτα. Με τον άντρα της από χρόνια κοιμόντουσαν χώρια. Ότι τα είχε φτιάξει με την κουμπάρα τους το κατάλαβε μονάχα όταν έφυγε απ' το σπίτι τους και πήγε στο δικό της.
Η χαρά της πια ήτανε τα εγγόνια. Να τα κοιτάξει, να τα παίξει, να τα κανακεψει. Και να τα ταΐσει. Η μεγαλύτερη χαρά της ήτανε να ταΐζει τα παιδιά. Μπούκωνε τα μωρά με κρέμες και φρούτα, κυνηγούσε τα μεγαλύτερα με ένα πιάτο φαγητό στο χέρι. Καθάριζε μπαρμπούνια, έβγαζε όλα εκείνα τα ψιλά τους κοκαλάκια, έστιβε από πάνω λεμόνι, καθότανε στην αυλή δίπλα τους εκεί που παίζανε, και σε κάθε ευκαιρία τους έχωνε μια μπουκιά στο στόμα και το μάτι της έλαμπε.
Έλεγε και παραμύθια η Ουρανία. Παραμύθια δικά της, πρωτάκουστα, και κάποια παλιά που θυμότανε από τη δική της γιαγιά, παραμύθια που δεν βρίσκονταν σε κανένα βιβλίο, σε καμμία συλλογή λαογράφων. Έπαιζε με τα παιδιά σαν παιδί κι εκείνη. Τα άφηνε να τη βασανίζουν και να την πειράζουν κι εκείνη γελούσε με τα καμώματά τους. Όταν μεγάλωσαν λίγο έπαιζε μαζί τους κουμκάν και τάβλι. Έριχνε τα ζάρια με φόρα και χτυπούσε δυνατά τα πούλια. Δεν την ένοιαζε να κερδίσει, την ένοιαζε η χαρά του παιχνιδιού.
Η αδυναμία της ήτανε η μικρή Ουρανίτσα, το στερνοπούλι. Από τότε που έχασε τον άντρας της πήγε κι εκείνη να μείνει με την μικρή της κόρη, να τη βοηθά και με τα παιδιά. Η αλήθεια είναι πως δεν έβγαινε πέρα μόνη της, τι να σου κάνει μια σύνταξη, όταν έχεις και το νοίκι και πρέπει να χαρτζιλικώνεις μια ζωή και τον κανακάρη; Το σπίτι της κόρης της ήταν μεγάλο, είχε δωμάτια, χωρούσαν όλοι, δόξα τω Θεώ.
Η Ουρανίτσα ήτανε το καμάρι όλων. Γλυκό παιδί, ήσυχο, υπάκουο, πρώτο στα μαθήματα. Μελετούσε στο παλιό πιάνο, και η γιαγιά Ουρανία καθότανε στον καναπέ και άκουγε. Εκεινής τα χέρια είχανε αγκυλώσει πια τελείως από τα αρθριτικά. Παρ' όλα αυτά, θυμόταν ακόμα τα αγαπημένα της κομμάτια. Με την παραμικρή αφορμή στρωνότανε και έπαιζε την πριγκίπισσα της Τσάρντας τραγουδώντας με δυνατή φωνή: "θέλω να χορέψω και να τρέξω σ' όλους να το πω, πιο όμορφη απ' όλες είσαι, σ' αγαπώ!". Ακομπανιάριζε με το αριστερό όπως όπως, έβαζε και μπόλικο πεντάλ, και όποιον πάρει ο Χάρος.
Ήταν κεφάτος άνθρωπος η Ουρανία. Όλα τα ζόρια της δεν κατάφεραν να πνίξουν το γέλιο της. Μια σπίθα της έφτανε για να έρθει στο κέφι, να αρχίσει να τραγουδά και να χορεύει βαλς, σέρνοντας τα πρησμένα πόδια της γύρω γύρω στο σαλόνι. Θυμόταν τα νιάτα της, τότε που μαζεύονταν όλοι στα σπίτια, έπαιζαν πιάνο και χόρευαν. Της άρεσαν τα σόκιν ανέκδοτα. Όταν συναντιόταν με τις αδελφές της έστρωναν το χαρτί, έπιαναν την κουυβέντα και χαχάνιζαν ώρες.
Οι μεγάλες αδελφές της έφυγαν πρώτες. Ύστερα έχασε το μεγάλο γιο, τον κανακάρη, από ανεύρυσμα. Τα μάτια της έσβησαν. Περνούσε πολλές ώρες κοιτώντας αφηρημένη έξω από το παράθυρο. Τα εγγόνια είχαν μεγαλώσει και είχαν φύγει. Η μικρή Ουρανίτσα, που τώρα ήθελε να τη φωνάζουν Ράνια, έφυγε για σπουδές στο εξωτερικό.
Οι μέρες έγιναν ατελείωτες.
Ένα ανοιξιάτικο πρωινό, η Ουρανία μπήκε στο σαλόνι αλαφιασμένη φωνάζοντας:
- Οι Γερμανοί! Ακούτε; Ντουφεκιές! Τα παιδιά, που είναι τα παιδιά;
Η κόρη της έμεινε κάγκελο. Η Ράνια, που είχε έρθει για τις διακοπές του Πάσχα, την αγκάλιασε σφιχτά.
-Εδώ είμαστε, γιαγιά. Εδώ είμαστε. Είμαστε όλοι καλά. Ησύχασε, γιαγιά.
Από τότε βυθιζόταν όλο και περισσότερο στον κόσμο της. Έναν κόσμο σκοτεινό, τρομακτικό, γεμάτο βάσανα και πίκρες. Μαζί με το μυαλό θαρρείς κατάπεσε και το σώμα. Έπαψε να σηκώνεται και να περπατάει. Ακόμη και για την τουαλέτα δυσκολευότανε. Η κόρη της δεν τα έβγαζε πέρα μαζί της. Το μπάνιο ήτανε περιπέτεια ολόκληρη. Δεν άφηνε να της βγάλουνε τα ρούχα, τους έσπρωχνε, φώναζε, αντιδρούσε. Μάνα και κόρη άρχισαν να τσακώνονται. Κάθε φορά που η Ουρανία αντιδρούσε στις φροντίδες, η κόρη της εξοργιζόταν, την τραβούσε, την μάλωνε, και η Ουρανία παραπονιόταν.
-Άσε με, της έλεγε, με πονάς.
Η κόρη χολωμένη απαντούσε:
- Όταν με έδερνες εσύ μικρή, εγώ δεν πονούσα;
Και τότε η Ουρανία έκλαιγε.
Στις διακοπές του καλοκαιριού, η Ράνια βρήκε μια κατάσταση έκρυθμη. Η μάνα της τής φάνηκε αγνώριστη, σωστή μέγαιρα. Και η γιαγιά σωστό ερείπιο. Μια μέρα την πήγε η ίδια στο μπάνιο και την έπλυνε. Τη χάιδευε συνέχεια, της γλυκομιλούσε καθώς της έβγαζε τα ρούχα. Έλουσε τις λιγοστές άσπρες τρίχες στο κεφάλι, σαπούνισε κάθε εκατοστό του σώματός της, του φουσκωμενου, παραμορφωμένου εκείνου σώματος, του αγαπημένου σώματος που τόσες φορές είχε φωλιάσει στην αγκαλιά του. Κατανικώντας την αηδία της, σαπούνισε τις μασχάλες και τη γεννητική περιοχή. Σήκωσε τα τεράστια, κρεμαστά στήθη, που έφταναν ως στην κοιλιά. Ανατρίχιασε. Το δέρμα από κάτω ήταν κόκκινο κι ερεθισμένο. Δεν μπορούσε να το αγγίξει, πονούσε. Έριξε μονάχα νερό με το ντους και το στέγνωσε απαλά με την πετσέτα, χωρίς να το τρίψει.
Πριν φύγει πάλι, η Ράνια έκανε μια κουβέντα με τη μάνα της. Συμφώνησαν να πάρει γυναίκα στο σπίτι να τη βοηθάει. Ύστερα φίλησε τη γιαγιά της κι έφυγε. Εκείνη τη χρονιά δεν πήγε σπίτι ούτε Χριστούγεννα ούτε Πάσχα. Διάβαζε για το πτυχίο. Όταν γύρισε επιτέλους τον Ιούνιο, η γιαγιά βρισκόταν σε γηροκομείο. Της είπανε ότι είχε πέσει και είχε σπάσει το πόδι της, και ότι μετά ήταν αδύνατον να την φροντίζουνε πια στο σπίτι. Πήγε να την επισκεφτεί.
Το κορμί της θαρρείς και είχε λιώσει. Όλο εκείνο το λίπος είχε εξαφανιστεί και το άδειο, ξεχειλωμένο δέρμα κρεμόταν σε δίπλες. Το βλέμμα χαμένο, σβησμένο, ανίκανο να εστιάσει. Στην πλάτη και στα μπούτια όλο ανοιχτές πληγές. Στα διπλανά κρεβάτια βογγούσαν και παραληρούσαν άλλες ψυχές χαμένες, ξεχασμένες. Ιστορίες χωρίς happy end.
Από εκεί και μετά ήταν όλο κατηφόρα. Η Ράνια περνούσε την εβδομάδα της με τηλεφωνήματα και βιογραφικά, και τις Κυριακές πήγαινε στο γηροκομείο. Μιλούσε με τον τοίχο, με τις καρέκλες, με τα παντζούρια. Μοιραζότανε τις έγνοιες της, το άγχος της με τη δουλειά που δεν έβρισκε, την πίκρα της για τη μάνα της. Και πίσω από τα μάτια της γιαγιάς το φως ολοένα κι έσβηνε.
Παραμονή πρωτοχρονιάς πήγε στη γιαγιά. Πάλι μόνη της. Της έδωσε το δώρο της, ένα μάλλινο σάλι. Πάλεψε να της το τυλίξει στους ώμους μα δεν τα κατάφερε. Στο τέλος την άφησε πεσμένη ανάσκελα και το έριξε στα πόδια της. Η Ουρανία δεν μπορούσε πια να αρθρώσει ούτε μια φράση με ειρμό. Δυο λέξεις σκόρπιες, ασύνδετες, μετά μια παύση που κρατούσε για πάντα.
- Γιαγιά...
- ...
- Σ' αγαπάω, γιαγιά.
Κανείς δεν άκουγε τους λυγμούς της.
Αργότερα, στο σπίτι, καθώς έκοβαν τη βασιλόπιτα, θυμήθηκε μια ταινία που είχε δει, για κάποιον που δολοφονεί την πλούσια γυναίκα του με ενέσεις ινσουλίνης. Η γιαγιά είχε ζάχαρο από χρόνια, το φιαλίδιο ήταν δίπλα στο κρεβάτι. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια δεκάρα σύριγγα, γιατί σε κείνες τις μικρούλες δεν χωρούσε αρκετό φάρμακο.
Χρειάστηκε να περάσουν αρκετές μέρες μέχρι να βρει το κουράγιο. Ένα κρύο βράδυ του Γενάρη έκανε την ένεση. Η Ουρανία βόγγηξε ελαφρά καθώς έπεφτε το υγρό. Αμέσως μετά μια εντριβή την ανακούφισε. Η Ράνια έμεινε κοντά της, μιλώντας της, χαϊδέυοντάς την, κανακεύοντάς την, ώσπου την είδε να γλαρώνει. Ύστερα πήγε σπίτι και ξάπλωσε.
Τους τηλεφώνησαν την άλλη μέρα το πρωί. Είχε ξεψυχήσει τη νύχτα. Σηψαιμικό κώμα, είπανε οι γιατροί. Στην κατάστασή της, τι να περιμένεις... Κανείς δεν διανοήθηκε να κάνει εξετάσεις για να διαπιστώσει αιτία θανάτου.
Περιουσία δεν υπήρχε. Μια σύνταξη είχε όλη κι όλη η μακαρίτισσα. Μόνο το πιάνο απόμενε. Το κληρονόμησε η Ράνια, μαζί με την αγάπη για τη μουσική και το χορό, μαζί με το αστείρευτο κέφι και γέλιο της γιαγιάς της.
Η κηδεία έγινε την άλλη μέρα. Μαζεύτηκε όλο το σόι, θείες, εξαδέλφες. Ευκαιρία για έξοδο, να τα πούμε και λίγο, χαθήκαμε βρε αδελφέ. Δάκρυα δεν έβλεπες πουθενά, καλύτερα που έφυγε, βασανιζότανε η κακομοίρα, τουλάχιστον τώρα ξεκουράστηκε. Ήτανε και μεγάλη η μακαρίτισσα, είθε κι εμείς τα χρόνια της να κάνουμε. Μονάχα μια μεγάλη θεια ξέσπασε ξαφνικά σε θρήνους και οιμωγές σπαρακτικές, όχι όμως για τη Ουρανία, παρά γιατί θυμήθηκε το συχωρεμένο τον πατέρα της που τον είχανε θάψει κι αυτόν εκεί πέρα.
Ήπιανε το καφεδάκι, συλλυπήθηκαν, έφυγαν.
Καθώς έβγαιναν από την πύλη, η κόρη της, η μάνα της Ράνιας, γύρισε και είπε:
-Ήταν ανάγκη να πεθάνει τώρα; Ας περίμενε τουλάχιστον άλλες δυο μέρες, να παίρναμε και τη σύνταξη αυτού του μήνα.
Και μπήκε φουριόζα στο αυτοκίνητο.
Η πριγκίπισσα της τσάρντας, Die Csárdásfürstin (γερμανικά), A Csárdáskirálynő (ουγγρικά): οπερέττα σε τρειος πράξει του ούγγρου συνθέτη Έμμεριχ Κάλμαν (ψευδώνυμο του Ίμρε Κόππσταιν, Σιόφοκ 1882 – Παρίσι 1953).
Υπόθεση: Ο νεαρός κόμης Έντουιν ερωτεύεται την διάσημη τραγουδίστρια του καφέ σαντάν, Σύλβια Βαρέσκου. Η οικογένεια του νεαρού κόμητα εναντιώνεται στη σχέση αυτή, μέχρι που αποκαλύπτεται ότι και η μητέρα του είχε ανέβει στη σκηνή στα νιάτα της. Κατόπιν τούτου ο πατέρας του Έντουιν δέχεται την ένωσή του με τη Σύλβια.
Τέλος καλό, όλα καλά.
Το έργο θεωρείται το πλέον επιτυχημένο του Κάλμαν. Έχουν γίνει πολλές ηχογραφήσεις του έργου και αρκετές κινηματογραφικές διασκευές.
Τσάρντας (czardas ή csárdás): παραδοσιακός ουγγρικός χορός που διαδόθηκε στις γειτονικές χώρες μέσω των τσιγγάνων.
Παρασκευή 24 Ιουλίου 2009
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
